Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2012

Φιλική Εταιρία και Μύηση


Ανήμερα Σταυρού, στις 14 Σεπτεμβρίου του 1814, στην Οδησσό και με τον πόθο για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού να πυρώνει τις καρδιές τους και τις καρδιές ολόκληρου του Γένους, συναντιούνται και ιδρύουν την Φιλική Εταιρία, ο 35χρονος Νικόλαος Σκουφάς από το Κομπότι της Άρτας, ο 42χρονος Εμμανουήλ Ξάνθος από την Πάτμο και ο 26χρονος Αθανάσιος Τσακάλωφ από τα Γιάννενα... Στόχος της ήταν η προετοιμασία του απελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων και ο τρόπος δράσης και εξάπλωσης της συνωμοτικός.
Η Φιλική Εταιρεία οργανώθηκε με 
μεγάλη μυστικότητα. Οι Φιλικοί μυούνταν στην Εταιρεία με μυστικό όρκο και επικοινωνούσαν με κώδικες, ψευδώνυμα και συνθηματικές λέξεις. Σκοπός της η γενική επανάσταση των Ελλήνων για την «ανέγερσιν και απελευθέρωσιν του Ελληνικού Έθνους και της Πατρίδoς μας», όπως λέει ο Ξάνθος στα «Aπομνημονεύματά» του «Δια να ενεργήσωσι μόνοι των ό,τι ματαίως από πολλού χρόνου ήλπιζον από την φιλανθρωπίαν των χριστιανών βασιλέων...»


Μετά τα πρώτα χρόνια και εως το 1821, η ανάπτυξη της Φιλικής Εταιρίας είναι αντυπωσιακή και μέλη της ανάμεσα σε χιλιάδες άλλους μυημένους οι Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Οδυσσέας Ανδρούτσος, Αναγνωσταράς, ο αρχιμανδρίτης Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας), οι Φαναριώτες Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και Νέγρης, οι μεγαλοκαραβοκύρηδες Κουντουριώτηδες, οι μεγαλοκoτζαμπάσηδες Ζαΐμης, Λόντος, Νοταράς, ο μητροπολίτης Παλαιών Πατρών Γερμανός κ.ά.


Με πυραμιδοειδή διάρθρωση και στην κορυφή την "Αόρατο Αρχή" οι εντολές της εκτελούνταν ασυζητητί από τα μέλη της που είχαν ορκιστεί για τον μεγάλο σκοπό.
Ακολουθεί ο πλήρης όρκος τους:

«Ορκίζομαι ενώπιον του αληθινού Θεού... ο θάνατός μου ας είναι η άφευκτος τιμωρία του αμαρτήματός μου, δια να μη λησμονώ την αγνότητα της Εταιρείας με την συμμετοχήν μου» (για τον πλήρη όρκο βλέπε την προηγούμενη ανάρτηση "Όρκος Φιλικής Εταιρίας").
Η Εταιρεία ονομαζόταν από τα μέλη της «Ναός» και είχε τέσσερις βαθμίδες μύησης: α) οι Αδελφοποιητοί ή Βλάμηδες, β) οι Συστημένοι, γ) οι Ιερείς και δ) οι Ποιμένες.
Οι Ιερείς ήταν επιφορτισμένοι με το έργο της μύησης στους δύο πρώτους βαθμούς. Όταν ο Ιερέας πλησίαζε κάποιον, σιγουρευόταν για τη φιλοπατρία του και τον κατηχούσε πλαγίως στους σκοπούς της εταιρείας, οπότε το τελευταίο στάδιο ήταν να ορκιστεί.

Τότε τον πήγαινε σε κάποιον κληρικό κάτι καθόλου εύκολο αν ο ιερέας δεν ήταν ήδη μυημένος. Πήγαινε και εύρισκε τον ιερέα και του έλεγε ότι ήθελε να ορκίσει κάποιον για προσωπική τους υπόθεση, προκειμένου να διαπιστώσει ότι λέει την αλήθεια. Ο κληρικός φορούσε το πετραχήλι και έπαιρνε το Ευαγγέλιο, οπότε ο κατηχητής έπαιρνε παράμερα τον υποψήφιο και του υπαγόρευε ψιθυριστά τον «μικρό όρκο», τον οποίο έπρεπε να τον επαναλαμβάνει ο κατηχούμενος χαμηλόφωνα τρεις φορές:

«Ορκίζομαι εις το όνομα της αληθείας και της δικαιοσύνης, ενώπιον του Υπερτάτου Όντος, να φυλάξω, θυσιάζων και την ιδίαν μου ζωήν, υποφέρων και τα πλέον σκληρά βάσανα το μυστήριον, το οποίον θα μου εξηγηθεί και ότι θα αποκριθώ την αλήθειαν εις ό,τι ερωτηθώ». Όταν γινόταν αυτό, τότε ο κατηχητής πλησίαζε τον υποψήφιο στον ιερέα και τον ρωτούσε:

«Είναι αληθινά, αδελφέ, αυτά που μου επανέλαβες τρεις φορές;»

«Είναι και θα είναι αληθινά και για την ασφάλειά τους ορκίζομαι στο Ευαγγέλιο», απαντούσε ο υποψήφιος. Την ίδια περίπου ερώτηση, έκανε και ο κληρικός και αφού έπαιρνε καταφατική απάντηση, τον όρκιζε στο Ευαγγέλιο, δίχως να γνωρίζει την ουσία της υπόθεσης».

Από εκεί και μετά ο μυούμενος θεωρείτο νεοφώτιστο μέλος της Εταιρείας, ήταν δηλαδή Βλάμης, με όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις. Ο Φιλικός με το βαθμό του Ιερέα είχε αμέσως την υποχρέωση να του δείξει όλα τα σημάδια αναγνώρισης μεταξύ των Βλάμηδων. Τόσο οι Βλάμηδες όσο και οι Συστημένοι αγνοούσαν τους επαναστατικούς σκοπούς της οργάνωσης. Ήξεραν μόνο πως υπήρχε μια Εταιρεία που πασχίζει για το γενικό καλό του έθνους, η οποία συμπεριλάμβανε στους κόλπους της και σημαντικά πρόσωπα. Κάτι τέτοιο διαδιδόταν σκόπιμα, για να τονώνεται το ηθικό των μελών αφενός και αφετέρου για να γίνεται ευκολότερα ο προσηλυτισμός.

Για να περάσει ένα μέλος από τη βαθμίδα των Συστημένων σε εκείνη των Ιερέων θα έπρεπε να δοκιμαστεί η αφοσίωσή του στην αρχή και το ιδεώδες της ελευθερίας. Κατ' αρχάς γινόταν ένας διάλογος μεταξύ του μέλους και του μυητή. Εκεί, σε αυτόν το διάλογο, ο μυητής αναγνώριζε το βαθμό της φλόγας που υπήρχε μέσα στον αγωνιστή και αν ήταν ικανοποιητική του ανακοίνωνε ότι θα περνούσε στο βαθμό του Ιερέα. Εκεί χώριζαν για να ξανασυναντηθούν την επόμενη μέρα. Ο υποψήφιος έφερνε ένα μικρό κίτρινο κερί που του είχε ζητηθεί από πριν και πήγαιναν σ' ένα ασφαλές σπίτι. Εκεί ο μυητής έπαιρνε ένα εικόνισμα και το έστηνε στο τραπέζι. Μπροστά από το εικόνισμα άναβαν το κερί. Μέσα στην επιβλητική ατμόσφαιρα του μισοσκόταδου ο μυητής τον ρωτούσε με επισημότητα για τελευταία φορά:

«Μήπως δεν στοχάζεσαι τον εαυτόν σου εις αρκετήν δύναμην; Έχεις ακόμη καιρό να παραιτηθείς. Από τον δεσμόν όπου επεμβαίνω μόνoν ο θάνατος θα ημπορεί να σε λυτρώσει! Σε ολίγoν κάθε μεταμέλειά σου θα είναι ασυγχώρητος!»

«Το εστοχάστηκα και στέργω», απαντούσε ο υποψήφιος και τότε συνεχιζόταν η μυητική διαδικασία. Αμέσως μετά ο μυητής έπαιρνε το κερί και το έδινε στον υποψήφιο που το κρατούσε με το αριστερό χέρι, ενώ γονάτιζαν και οι δύο, έκαναν το σταυρό τους και ασπάζονταν την εικόνα. Σε αυτή τη θέση ο μυητής διάβαζε «τον μεγάλο όρκο» και ο μυούμενος τον επαναλάμβανε με κάθε σεβασμό της ιερής εκείνης στιγμής. Μετά τον όρκο ο μυητής ακουμπούσε το δεξί του χέρι στον ώμο του μυούμενου και δήλωνε με κάθε επισημότητα:

«Ενώπιον του αοράτου και πανταχού παρόντος αληθινού Θεού,. του καθ' αυτό δικαίου, του εκδικούντος την παράβασιν και παιδεύοντος την κακίαν, καθιερώνω κατά τους κανόνας της Φιλικής Εταιρείας τον (ονοματεπώνυμο) εκ πατρίδος (τόπος καταγωγής), ετών (ηλικία) και επαγγέλματος (τάδε) και δέχομαι τούτον ιερέα, καθώς εδέχθην τούτον εις την Εταιρείαν των Φιλικών».

Το κερί έσβηνε και φυλασσόταν ευλαβικά, ενώ από εκείνη τη στιγμή ο μυημένος ήταν Ιερέας της Φιλικής. Προκειμένου να διαφυλάσσονται τα στεγανά της «Αόρατης Αρχής», κανείς νεοφώτιστος Ιερέας δεν μπορούσε να επικοινωνήσει απευθείας με αυτήν, παρά μόνο μέσω του μυητή του. Αυτή η Ιεραρχική πυραμιδοειδής δομή ήταν που διαφύλαξε μέχρι τέλους και διατήρησε αλώβητη τη Φιλική.

Έτσι, ο νέος Ιερέας ήταν έτοιμος να ξεκινήσει το έργο της διαφώτισης και της στρατολόγησης νέων μελών, εφόσον έδινε έναν τελικό όρκο, στον οποίο ορκιζόταν ότι πάντοτε θα διακήρυσσε τα ιδεώδη της οργάνωσης.

Η ανώτατη βαθμίδα μύησης στη Φιλική Εταιρεία ήταν οι Ποιμένες, οι οποίοι στρατολογούνταν από τις τάξεις των Ιερέων. Κατά την τελετή μύησής τους οι υποψήφιοι Ποιμένες έφερναν μαζί το κερί της προηγούμενης μύησής τους και για άλλη μια φορά έδιναν μέγα όρκο εμπρός στο εικόνισμα ότι θα τηρούν αυστηρά τα καθήκοντά τους, ότι δε θα δέχονται στις τάξεις τους ανθρώπους χωρίς ιδεώδη και χαρακτήρα αντάξιο της επανάστασης. Δεν πρόκειται, επίσης, για κανένα λόγο να μαρτυρούν το βαθμό τους. Συνέτασσαν και ένα αφιερωτικό γράμμα προς την «Αόρατο Αρχή», στο οποίο γραφόταν σε κώδικα και χαράσσονταν και εδώ σύμβολα. Επίσης, διαφορετικό κώδικα είχε και ένα γράμμα που έφεραν μαζί τους. Τέλος, ας σημειωθεί ότι σε καμιά βαθμίδα δεν υπήρχε δυνατότητα λήψης αποφάσεων, ούτε επιτρεπόταν να συσκέπτονται και να συνεδριάζουν. Υπάκουαν ασυζητητί στις εντολές της ηγεσίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: